Εὐφορία, Από Το «Εκκρεμής Δωρεά», 1986

Εὐφορία

Ἀνέβηκε ἀπόψε ἡ ψυχή μου σάν μι’ ἀνατολή
πανσελήνου. Καί εἶπα: Δέν βλέπω τέλος.
Θαρρῶ πώς ἀέναα τά χέρια μου αὐτά
θά θωπεύουν τά νέα φύλλα τῶν δέντρων,
θά συλλέγουν τό φῶς, θά τό γράφουν,
θά δίνονται.
Ξυπνώντας αὐγή,
ἀνεβαίνω ψηλότερα. Κοιτάω
τόν ὁρίζοντα. Δέν βλέπω τέλος.

[Από το "Εκκρεμής Δωρεά", 1986]

Σύνδεση - Login